Top Definition
1. To own someone in a game or in some sort of competition.

2. A word used by Bonkerz because one day he didnt feel like saying owned.
Prepare to be Bonkified!
από J. Bonk 23 Ιανουάριος 2004
1 Word related to Bonkified
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.