Top Definition
1. A woman with a bodacious chest.

2. A large chested woman. One with at lest a D sized chest.
Wow, did you see her? She was boobralicious!

Did you see the size of her tits? She is boobralicious!
από Boobralicious 19 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×