Top Definition
(N) A buzzkill, or an asshole
(V) to act like a retard
1. Person 1:"Dude, you need to cut down on the tequila"

Person 2: "You're such a boogemonkey"

2. Guy 1:"It's guys night out. What you wanna do?"

Guy 2:"Let's go out and boogemonkey."
από N00berson mcgee 6 Σεπτέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×