Top Definition
noun meaning a fast bout of sex. Combination of boogie (as in let's boogie) and nibble.
Hey, gimme a boogie nibble. I gotta go to work in ten!
από nixophebia 17 Οκτώβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×