Top Definition
v. the act of defecating on an unrestrained, wild, and living frog.
Oh man, I almost boomshonked, but that fucker hopped out of the way at the last second.
από StevieBarra 11 Αύγουστος 2009
5 Words related to Boomshonk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.