Top Definition
The conjunction of 'bored' and 'irritated' into a single meaning/word.
I was so boritated waiting in line @ the DMV. The traffic is going to boritate me to death. If only the gombijiroo would reveal itself and end this boritation.
από A_Muse_Mint101 23 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×