Top Definition
To be broken, really badly, like moi (Jess)
Originates from "I'm really borked bekka, er I mean broked, wait I like it let's keep it"
1. "I hurt" "That's a'cause you're borken"
2. I'm too borked for my own good.
3, His pensi was borken!!
από Dr Pepper Emo Child 13 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.