Top Definition
Borkit is an Australian tem which refers to someone who is inbreed - akin to 'white trash'. It originated in Ipswich (Queensland) where a supposedly incestuous family lived - the 'Borkits'
Person A "OMG I smell skank"

Person B "she's a deadset Borkit for sure"
από Bodhiliscious 22 Οκτώβριος 2009
1 more definition
Australian slang.

Someone who is the result of inbreeding.
An inbreed.
Shut up, you stupid borkit.
από Tommo 17 Οκτώβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×