Top Definition
A term used for a woman paying for a male gigalo. A Boughtwood is generally a blonde slut who seeks penis on all accounts. She is known for hooking up with 35+ guys, and carrying multiple STD's due to her horny nature.
Oh man, i banged a Boughtwood last night, i'm going to be riddles with STD's
από lucke1 25 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×