Top Definition
Verb (past tense) - a term used to refer to marijuana that has been keefed before purchase.
"Damn man, this dope sucks! It was obviously Bougilled!"
#bougilled #drums #dope #pot #loser
από One in the know, fo sur' 11 Φεβρουάριος 2009
4 Words related to Bougilled
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×