Top Definition
The involuntary action cause by extreme boredom; aids in getting through long periods of time where you have no choice to endure it.
"Man, work was so freaking boring yesterday, I just had to go braindeaf though all 8 hours of pushing carts around."
από Bob Gnarly 5 Αύγουστος 2008
4 Words related to Braindeaf

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.