Top Definition
The process of making something brief.
To cause something to become brief.
1) "...anything to brevify the process."

2) "It use to take hours to start up, but somehow he brevified the machine; now it starts up in minutes."
από Darkness545454 29 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×