Top Definition
Brolitude (BRO-luh-tude): noun. When one decides on something consisting of only him and his bros. no women, or other people aloud.
bro 1: dude, we need some brolitude
bro 2: hell yeah, bro. Vegas?
niggerfaggot: i'll need to buy something nice for the trip
bro's 1&2: you ain't coming
από ROCK FUCKING LEE 20 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×