Top Definition
1. The end of a bromance

1. The act of freeing yourself from a bromance.

2. To break up a bromance.

Provenance/Origin: "Bromancipation" is the conjunction of the three words "brother," "romance," and "emancipation."
Joe suffered bromancipation from Jim after the two of them got into a fight over a girl.
από DJR4 28 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.