Top Definition
(v); the act of rubbing fresh poop in between the cracks of another's teeth.
I brown colgated the crap outta that bitch made her cry.

I want her to brown colgate me so bad to make my teeth brown.
από Poopbringer 20 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.