Budreaux- (proper noun) - An extremely good looking male of Greek/African descent.

(noun) - a smooth move, see suave.
- a good looking person.
(adjective) - beautiful in appearance.
There's some new budreaux in the shop and now I can't get any play from the ladies.
από hot sorority girl 20 Δεκέμβριος 2007

5 Words Related to Budreaux

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×