Top Definition
French verb meaning "to bump into" (something), but it's more used as "to bump off" (someone).
Ils me cassent les couilles, je vais les buter : They're breaking my balls, I'm going to bump off them.
από beurk!!! 3 Σεπτέμβριος 2009
Origin: French; to have a strong sense of motivation.
You have shown quite a bit of buter in this college application, Ryan.
από Andrew 11 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×