Top Definition
arousal in the butt (usually by a man).
Tim: "OOAAHH why am I butt wet!?"
(As if he doesn't know)
από A Mo 15 Μάρτιος 2007
1 more definition
5 Words related to Butt wet
to get pissed off or be in a really pissy mood
Ryan got all buttwet when a homo grabbed his ass.
από brandy27 6 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×