Refers to a cigarette, usually smoked in the company of shady and/or gully individuals. The term "bwain" is derived from "bone", a more common and somewhat less grimy reference to cigarettes.
Shall we retire to the bwainsment for some sweet bwain action?

Dude, I'm bwained out of my fucking mind.

I am so fucking bwained right now.
από Sleeeze Smiff 12 Ιανουάριος 2009
8 Words related to Bwain

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×