Top Definition
a verb used to describe damaged or flawed things.
after running over the concrete block with my push mower, i suspect the blade is now chiggered up.
από jankins350 28 Ιούνιος 2007
1 more definition
5 Words related to CHIGGERED UP
a verb used to describe damaged or flawed things.
after running over the concrete block with my push mower, i suspect the blade is now chiggered up.
από jankins350 28 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×