Top Definition
Cacacotico. Noun. A winged living creature that soars through the air at high altitudes and is the envy of all other winged creatures. very rare species and only comes out when summoned. Endangered species, only obtainable through genetic cloning.
Dude, my Cacacotico is so awesome! He's so much better than the other birds.
από MothSlayer 20 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×