Top Definition
(ca-see-oh-poh) n. What you would call someone who misses a lot of school (once or twice a week on average) for no apparent reason at all. Sometimes leads to alternate classes.
James: Yo Matt, how come you weren't in school today?
Cacioppo: Nah, yo, I got a dentist appointment tomorrow.
από NotMattStru 16 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to Cacioppo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×