noun: a person who believes in cacism, the doctrine that the feline race is inferior to all others

adjective: of or like cacists or cacism
"That cat kicking bitch is such a cacist!"

"I can't stand your cacist views any longer!"

"Just because that cat looks like Hitler, doesn't mean you can be such a cacist."
από catsforjustice 11 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×