Top Definition
The debris propelled from one's mouth upon bursting into laughter.
Don't make someone laugh after they eat a handful of peanuts, otherwise you will feel the force of their cackle spackle.
από Da Moustafocka 9 Ιανουάριος 2010
5 Words related to Cackle Spackle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.