Top Definition
To phone or email your place of work with an obvious fabrication, saying you can't come in.
Hey, Manfred called in slack. He said his garage burned down again ...I heard empty beer cans knocked over in the background while he mumbled.
από Anonymus Bosch 28 Ιούνιος 2006
5 Words related to Called in slack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×