Top Definition
Canoeing with two paddles tied together like you are kayaking.
Christian is a canacking master. He beat his whole family in a race single-handedly by canacking instead of canoeing.
από Christian W. 10 Απρίλιος 2006
5 Words related to Canacking

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.