Top Definition
A person who has the color skin of black who resides in the nation of Canada.
Ray Emery the goaltender for the Ottawa Senators is in fact a canegro.
από Samuel L 7 Ιανουάριος 2008
5 Words related to Canegro

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×