Top Definition
Carnivaling is a pretty cool guy who gets you hookered and then forgives you, and you become bosom buddies.
Carnivaling! I did my time! I learned my lesson!
#hookered #jail #carnivaler #carn #carnie
από zerglezergle 16 Αύγουστος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×