Verb. 1) Find a girl named Carol. Date her. Do her.
"We went Caroling last night at Wal Mart, and ooh-wee did we have fun!
από froznalyve 16 Σεπτέμβριος 2007
Enthusiastically calling out at random girls, as if you know them and their name is Carol, while driving around a college campus with your windows down.
It's 80 degrees and not a cloud in sight, who wants to go caroling?
από sclatos 18 Μάρτιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×