Top Definition
When someone slips a drug (like bad X or weed or too much alcohol) to the girl you're trying to bed, rendering her incapable of sex that night.
Mitch chemically cockblocked me last night.
από beau801 24 Φεβρουάριος 2009
7 Words related to Chemically Cockblocked

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×