Top Definition
To constantly seek out other men for anal sex.
the Dude just can't stop cheshing, it's so embarrassing.
από Steve-S 6 Νοέμβριος 2009
1 more definition
Cheshing- when you cry in a corner while masturbating.
My girlfriend dumped me so I spent the night cheshing
από jingles7777 27 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×