A person who: looks, acts, represents oneself or behaves in a way that is very un-cool; dumb, purely idiotic, disturbing.
Someone that would steal from a dollar store is totally chibongo.

That sexy outfit looks totally chibongo with plaid moon boots!

The way that guy acts like "he is all that" is so chibongo.
από Cheringlish 29 Νοέμβριος 2009

6 Words Related to Chibongo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×