Top Definition
1. A pulse, often used in Indian cookery.

2. The female pleasure centre. The holy grail. The clitoris.
She lay there, idly flicking her chickpea.
από Paul Hopwood 14 Οκτώβριος 2006
3 more definitions
The seed of a chick pea plant used to make the delicious dip called hummus, which originates from the Middle East. This also makes for a cute nickname for friends!
I love my chick pea Mariam!
από Aditi G 9 Δεκέμβριος 2009
A word meaning how sweet/cute a guy is.
"awww dan is such a chickpea"
από lozzie 1 Ιούλιος 2005
Dork, bra,
See ya later chickpease - to female
από 10002132 28 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×