A commonly used slang term synonymous with hard on, boner, or fuck rod. Usually used as to stealthily talk about the male penis while in the presence of unsuspecting females of which the erect penile condition is the cause.
dude, that skank over there brushed her tits against my arm and now i've got a raging chissta.
από Roger Ericson Clemens 15 Ιούλιος 2008

6 Words Related to Chissta

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×