Top Definition
{verb} Chitting is like chatting except you are shitting while you do it. Usually through the use of a laptop/notebook.
firecrotch19:where u going?
tigercooter69:gotta wipe!
firecrotch19:r u chitting again?
από haf-DED 7 Μάιος 2008
The act of cumming and shitting at the same time. (Pronounced Kitting)
I'm Chitting all over the place!
από BGtheFiend 24 Απρίλιος 2015
Talking shit whilst fucked on Class A's.
Professor Kaos was proper chitting down the saloon last wednesday.
από The Pharmacist part deux 25 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.