Top Definition
the act of making an object that was previously lacking in christmas spirit into something that simply reeks of christmas joy and tidings
We had no Christmas decorations, so we had to Christmasfy the area around the presents.
από cgraves 23 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Christmasfy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×