Top Definition
The act of preparing and consuming a coffee between the time of 3:30 pm EST to 4:30 pm EST.
Lets have Chuck Time! or We need to get Chuck Time now or it will be too late.
από ChuckTime! 25 Νοέμβριος 2010
noun
(see chuck)
Time spent or planned to be spent 'chucking'.
"It's chuck-time!"
από Dominic 4 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×