Top Definition
A large assortment of miscellaneous items.

Bundled together without order.
Women often have a clamshamphoree of shoes.
Rowan had a clamshamphoree of ingredients in her salad.
από FreeStyler1777 22 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×