Top Definition
(N)1.The hair in your ass. (V)2. To clean someones ass. (Adj) (Claoy)3. Ass smelling
1)You look like a clao. 2)Could you please clao for me? 3) Dude! You smell so claoy, it smells like a donkey shit on you.
από Notxarb Ninivanes 27 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×