Top Definition
Cleepy, to be crazy sleepy. After being crunk you are bound to get cleepy.
Yo dawg, I'm mad cleepy up in this motherf*&ker, I'm out.
από P-Wa 5 Δεκέμβριος 2004
1 Word related to Cleepy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×