Top Definition
A person that enjoys cock.
Man, once Sally got wild last night, I learned she was a cockoholic!
από Marlon 4 Μάιος 2003
1 more definition
Addicted to the Male sexual reproductive organs. Or can be used to decribe someone who cannot live without 'Cocks' and a lack of them will cause withdrawal simptoms such as sweating and headaches.
Nick Marron is such a Cock-O'Holic
από Geezer 29 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×