Top Definition
A racial word used to describe a Puerto Rican. Preferable a lazy one who gets welfare checks in the mail and drinks beer in front of his/her porch and/or open garage. Also yells instead of talks at a listenable level.
Them damn Coconut Climbers keep sitting around doin' nuttin! Lazy shits!
από LlamaGenocide 23 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×