Top Definition
To spend all ones money on cocaine.
I'm so coke broke I cant afford to eat.
από Ozie 19 Μάιος 2006
1. The feeling of not having enough money to buy cocaine.
2. The state of not having enough money to buy cocaine.
Damn son I am cokebroke today, looks like we are not going to be able to blow snow.

Being cokebroke is the bitchin worst thing on the planet.

Can i have some money for cocaine? because I am cokebroke.
από MasterFirm 1 Μάιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×