Top Definition
A person who complains a lot; in lieu of, "complains a lot."
"My date was complainful...she/he said it hurt when I shoved my c**k up their ass without any lube."

"He is such a hateful, complainful person."

"Don't be so complainful! You said get me a dime of weed, so what it's a dime of crack?"
από SebsPhlorida 5 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.