Top Definition
1.One who complanks, 2.(Less Used Definition)a cat armed with seven automatic rifles, each from a different country, and a chocolate bar.
Tom: "Hey, look at that COMPLANKICOUS NIGGA!"
Jane: "You're gonna get shot one day soon, bitch..."
από IllKillYou 16 Ιούλιος 2006
8 Words related to Complankicous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.