Top Definition
(noun): A compliment which contains a hidden assault inside. A person may use a complisalt to compliment a person(s) and assault and or take a "dig" at another at the same time.
Miranda- "I am so glad I only have beautiful friends."
Julia- "Awww! Thank you."
Sam- "Did you just complisalt me?"
Miranda- "No..."
από massivemegan 22 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.