Top Definition
To be drunk and tired at the same time, in a state or a mess after a couple of nights on the lash
"I was well cookatooed last night"
"you was cookatooed on holiday wasn't you"

Created by Aaron Powell.
από Mia Rees 5 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to Cookatooed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.