Top Definition
One who rides corn.

Someone who survives by only using corn, for food, clothing, transportation, shelter, food, and corn. And food.

I am the almighty Corn Rider from Trackmill :3
You be Corn Rider eh?
#corn #rider #free #2 #trackmill #canvas #fr2
από corn rider 30 Νοέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×