Top Definition
1. Someone who is cocky as fuck
2. The guy whose putting cranberries into all the other juices (As made famous by Brian Regan)
1. There goes the CranMan, being a cocky dbag again
2. "Why dont you back off CranMan? Why dont you take your sales trophy and have a vacation?" -Brian Regan, "I Walked on the Moon"
από blu3hat 29 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×