Top Definition
manner, disposition, feeling, position, with regard to travel: cruise, land and tour vacations; the quality of life; tendency, orientation or state, especially of the mind: a positive cruisitude; group cruisitudes; great cruisitude
My cruisitude is being on the beach with my family.
από Cruisidude 3 Οκτώβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×